νῶ ὁ ὅσιος Σάββας ἀσκήτευε στήν ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, στήν Παλαιστίνη, συναντήθηκε μέ τέσσερις Σαρακηνούς, πεινασμένους καί φοβερά ἐξαντλημένους.
Τούς συμπόνεσε πολύ καί τούς ἔβαλε νά καθήσουν. Πῆρε μετά τό σακκίδιό του καί τό ἄδειασε μπροστά τους. Δέν εἶχε μέσα τίποτε ἄλλο παρά μόνο ρίζες μελαγρίων καί καρδιές καλαμιῶν. Οἱ βάρβαροι πῆραν, ἔφαγαν καί χόρτασαν. Ὕστερα ἐπεσήμαναν σέ ποιό σπήλαιο μένει.
Ἔπειτα ἀπό λίγες μέρες, ἦρθαν καί τοῦ ἔφεραν ψωμί, τυρί καί χουρμάδες. Ὁ ὅσιος θαύμασε τήν εὐγνωμοσύνη πού ἔδειξαν, ἦρθε σέ κατάνυξη, δάκρυσε καί εἶπε:

